Σκέψεις από την εποπτική μου εργασία με τον κ. Λέτσιο
Η Ν. ήρθε στο γραφείο μου προβάλλοντας σαν ανάγκη της τη διαπίστωση κάποιας μορφής διαταραχής. Αυτό, λέει, θα εξηγούσε πολλά από την συμπεριφορά της. Στις πρώτες συναντήσεις μας, με εμμονικό τρόπο, επέμενε και εκλάμβανε τον εαυτό της ως προβληματικό άτομο. Μου έλεγε πάντα: «Ο άντρας μου μου το λέει συνέχεια ότι κάτι έχω. Οι γονείς μου είναι σίγουροι ότι είμαι τρελή. Απλά χρειάζομαι την επιβεβαίωση από έναν ειδικό» Φυσικά, δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ: Τι, άραγε, αποζητάει αυτή η κοπέλα μέσα από αυτή την ανάγκη για διάγνωση ή για ταμπέλα;
Συζητώντας το στην εποπτεία μου κατάλαβα ότι οι ταμπέλες και οι ετικέτες δεν βοηθούν ιδιαίτερα το άτομο να συσχετιστεί με τις συναισθηματικές φορτίσεις, τις οποίες βιώνει. Μάλλον εγκλωβίζουν το άτομο σε μια κατάσταση, που δεν μας αφήνει περιθώριο να ζυγίσουμε περισσότερο αυτές τις συναισθηματικές φορτίσεις. Πόσες φορές έχω μιλήσει για τα άτομα που βλέπω και ξεκινάω περιγράφοντάς τα με μια διαταραχή; Πόσες φορές το έχω κάνει για τον ίδιο μου τον εαυτό;
«Γιατί, άραγε αποζητάς να σου βρούμε τι έχεις; Σίγουρα αυτή η κατάσταση σε διαμορφώνει με τέτοιο τρόπο, που να μην αντέχεις κάποια πράγματα. Αυτό που χρειάζεται είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε αυτά τα πράγματα που έχουμε μέσα μας». Ο άλλος έχει την ανάγκη να σταθώ δίπλα του με έναν αυθεντικό τρόπο και να αναπτύξουμε μια τέτοια σχέση μαζί.
Γιατί άραγε αποζητά τόσο έντονα μια διάγνωση; Μήπως κάτι τέτοιο τη βοηθάει να αντέχει κάποια πράγματα περισσότερο; Δεν είμαι σίγουρη ότι τη βοηθάει. Αυτό που κυρίως για εμένα ήταν στόχος μου στις μεταξύ μας συναντήσεις ήταν το πώς θα καταφέρουμε με έναν ενσυναισθηματικό τρόπο να πάρουμε χρόνο να αντέχουμε αυτά τα οποία έχουμε μέσα μας.
Αυτό νομίζω το κατανόησα πολύ καλά στην εποπτική δουλειά με τον Κ. Λέτσιο και μπόρεσα να καταλάβω ακόμα καλύτερα γιατί εγώ προσωπικά δυσκολευόμουν να εστιάσω σε αυτή τη βαθύτερη ένταση που βίωνε μέσα της η Ν. Με κάποιο τρόπο, δεν είναι μια εύκολη δουλειά να κρατήσουμε τον άλλον σε αυτή την ένταση που βιώνει.
Στην ψυχοδραματική φιλοσοφία και προσέγγιση, ένα κύριο μέλημα μας είναι να φέρουμε το άτομο αντιμέτωπο με αυτή την κατάσταση που το δυσκολεύει και ακριβώς εκεί έχει νόημα να μπορεί να μένει και σιγά σιγά να αναπτύξει ικανότητες να μπορεί να στέκεται με ένα διαφορετικό τρόπο. Οφείλω να είμαι εκεί, να του πιάσω γλυκά το χέρι, να αλλάξει η φωνή μου και να πω με γλυκύτητα: «Έλα να κάτσουμε να τα κοιτάξουμε και να τα ζυγίσουμε λίγο διαφορετικά τα πράγματα».
Όλο αυτό με κάνει να διερωτώμαι.. Είναι η ανάγκη μου για ταμπέλες ή διαγνώσεις ένας τρόπος να αποφύγω αυτόν τον βαθύτερο πόνο που με τρομάζει; Ένας πόνος που μου καθορίζει τη δράση και την ύπαρξή μου. Και στην τελική ποιον φόβο αποφεύγω; Του άλλου που έχω απέναντί μου ή τον δικό μου που κουβαλώ σχεδόν από πάντα;
Αν δεν συνδεθώ με αυτό, αποδιοργανώνομαι, ιδεολογικοποιώ και βγάζω άλλα πράγματα που δεν με εξυπηρετούν στην πραγματικότητα. Όμως, έχω την ανάγκη να αναπτύξω μια ρεαλιστική αντίληψη της ύπαρξής μου, ακόμα περισσότερο, όσο κι αν με τρομάζει.
Η Ν. σχεδόν ένα χρόνο μετά, δεν έχει λάβει ακόμα καμία διάγνωση. Έχει σταματήσει να με ρωτάει αν έχει κάτι. Μια φορά την είχα ρωτήσει: «Εσύ πιστεύεις ότι κάτι έχεις;». Η απάντησή της με είχε συναρπάσει: «Όχι, πιστεύω ότι δεν έχω τίποτα. Αλλά, αν εσύ το επιβεβαίωνες, θα σήμαινε ότι οι άλλοι έχουν δίκιο κι αυτό θα εξηγούσε πολλά πράγματα στο κεφάλι τους. Κι εγώ δεν θα χρειαζόταν να ασχοληθώ με όσα συζητάμε τόσο καιρό. Αλλά σε ευχαριστώ που δεν το έκανες. Γιατί κοίταξες μέσα μου, εκεί που εγώ φοβόμουν να κοιτάξω.. κι όλο αυτό δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει καμιά διαταραχή».
Ευχαριστώ τον Κ. Λέτσιο για τη δουλειά που κάνουμε μαζί και στέκεται δίπλα στη βαθύτερη κατανόηση κάποιων φορτίσεων που τα άτομα φέρνουν και καλούμαστε να συσχετιστούμε με μια πραγματικά ενσυναισθηματική στάση στις δυσκολίες.

